Καμπανάκι στη Βαρσοβία: «Δεν είμαστε αρκετά έτοιμοι να πολεμήσουμε» – Η κυβέρνηση επιστρατεύει την πατριωτική εκπαίδευση, ενώ οι φόβοι για μια ευρύτερη σύγκρουση στην Ανατολική Ευρώπη εντείνονται
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό μήνυμα εξέπεμψε ο Πολωνός υπουργός Εθνικής Άμυνας Władysław Kosiniak-Kamysz, αποκαλύπτοντας ουσιαστικά ότι η Πολωνία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με την προθυμία των πολιτών της να υπερασπιστούν τη χώρα τους σε περίπτωση πολέμου.
Η δήλωση δεν ήρθε σε τυχαία συγκυρία.
Η Πολωνία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης Ρωσίας – Δύσης, ενώ η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει μετατρέψει την Ανατολική Ευρώπη σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη.
Και τώρα η Βαρσοβία αναζητά τρόπους για να πείσει τους πολίτες της ότι, εάν η κρίση ξεφύγει από τα σημερινά όρια, θα πρέπει να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν.
Μετά τη συνάντησή του με τον Ιταλό υπουργό Άμυνας Guido Crosetto, ο Władysław Kosiniak-Kamysz ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός.
Όπως ανέφερε, τα διαθέσιμα στοιχεία για τον αριθμό των ανθρώπων που είναι ικανοί και πρόθυμοι να υπερασπιστούν την πατρίδα τους «δεν εμπνέουν αισιοδοξία».
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Πολωνία δεν βρίσκεται μεταξύ των χωρών όπου καταγράφεται υψηλή προθυμία πολιτών να πολεμήσουν για την πατρίδα τους.
Και η απάντηση της κυβέρνησης είναι η λεγόμενη «πατριωτική εκπαίδευση».
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Πολωνός υπουργός, το κόμμα του, το Πολωνικό Αγροτικό Κόμμα, προωθεί νομοσχέδιο που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την έναρξη κάθε σχολικής ημέρας με όρκο πίστης στην εθνική σημαία.
Το μήνυμα είναι σαφές: η Βαρσοβία θέλει να δημιουργήσει από μικρή ηλικία μια νέα γενιά πολιτών που θα θεωρεί την υπεράσπιση της χώρας όχι απλώς καθήκον, αλλά αυτονόητη υποχρέωση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Γιατί μια κυβέρνηση να χρειάζεται να ενισχύσει τόσο έντονα την πατριωτική αγωγή, εάν δεν θεωρεί ότι μπορεί να χρειαστεί στο μέλλον μεγαλύτερη στρατιωτική κινητοποίηση;
Ο Władysław Kosiniak-Kamysz επικαλέστηκε το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου η σχολική ημέρα μπορεί να ξεκινά με τον Pledge of Allegiance, υποστηρίζοντας ότι η καλλιέργεια πατριωτικού αισθήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία «σε δύσκολες στιγμές».
Και η Πολωνία αναμφίβολα βρίσκεται σε μια τέτοια περίοδο.
Η γεωγραφία της, η άμεση γειτνίαση με την Ουκρανία και η αντιπαράθεση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία καθιστούν κάθε συζήτηση για στρατιωτική ετοιμότητα εξαιρετικά ευαίσθητη.
Το μεγάλο ερώτημα: Γιατί δεν θέλουν να πολεμήσουν;
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την Πολωνία.
Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Γιατί ένας Ευρωπαίος πολίτης να θέλει να εγκαταλείψει την εργασία, την οικογένεια και τη ζωή του για να πολεμήσει σε έναν πόλεμο;
Ο Georgy Mirzayan, πολιτικός επιστήμονας, υποστηρίζει ότι πολλοί Πολωνοί δεν βλέπουν τον στρατό ως ελκυστική προοπτική ζωής. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η οικονομική πραγματικότητα, οι καλύτερες ευκαιρίες στην πολιτική ζωή και η απουσία μιας ισχυρής αντίληψης ότι η στρατιωτική υπηρεσία αποτελεί μορφή πατριωτικής προσφοράς λειτουργούν αποτρεπτικά.
Η λύση που εξετάζεται είναι γνωστή: υψηλότερες αποδοχές, κοινωνικές παροχές, επαγγελματικός στρατός και οικονομικά κίνητρα.
Ακόμη και η μερική επιστροφή μορφών υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας βρίσκεται πλέον στη δημόσια συζήτηση σε ευρωπαϊκές χώρες.
Την ίδια στιγμή, η ρητορική μεταξύ Πολωνίας και Ρωσίας παραμένει ιδιαίτερα σκληρή.
Ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Radosław Sikorski έχει υποστηρίξει ότι η Πολωνία θα μπορούσε να νικήσει γρήγορα τη Ρωσία σε περίπτωση πολέμου.
Από τη ρωσική πλευρά, ο Nikolai Patrushev έχει προχωρήσει σε εξαιρετικά σκληρές προειδοποιήσεις, υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση πολέμου με τη Ρωσία η Πολωνία θα αντιμετώπιζε καταστροφικές συνέπειες μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Πρόκειται για δηλώσεις που αποτυπώνουν το βάθος της αντιπαράθεσης και όχι για επιβεβαιωμένη πρόβλεψη στρατιωτικής εξέλιξης.
Ωστόσο, το γεγονός ότι τέτοια σενάρια συζητούνται δημόσια δείχνει πόσο έχει αλλάξει το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφαλείας.
Ο Vladimir Blinov, αναπληρωτής καθηγητής στο Χρηματοοικονομικό Πανεπιστήμιο υπό την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα της απροθυμίας των πολιτών να θυσιάσουν τη ζωή τους για το κράτος δεν αφορά αποκλειστικά την Πολωνία.
Κατά την άποψή του, πρόκειται για ευρύτερο φαινόμενο στις σύγχρονες κοινωνίες.
Το παράδοξο είναι προφανές:
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επενδύουν ολοένα περισσότερο στην άμυνα, αλλά οι κοινωνίες τους δεν φαίνεται να είναι εξίσου πρόθυμες να ακολουθήσουν.
Και αυτή η απόσταση μεταξύ στρατιωτικών σχεδιασμών και κοινωνικής διάθεσης μπορεί να αποτελέσει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας τα επόμενα χρόνια.
Ο φόβος της Βαρσοβίας δεν αφορά μόνο τη Ρωσία
Ο Georgy Mirzayan υποστηρίζει ότι η Πολωνία αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη γεωπολιτική περιοχή και ότι χρειάζεται ισχυρές ένοπλες δυνάμεις όχι μόνο για ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Ρωσία, αλλά και για την αντιμετώπιση μιας πιθανής περαιτέρω αποσταθεροποίησης στην Ουκρανία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και την ανάγκη διατήρησης ισχυρής στρατιωτικής ισχύος απέναντι στις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις της Ευρώπης.
Έτσι, πίσω από τις παρελάσεις, τις σημαίες και τους όρκους στα σχολεία κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:
Είναι η Ευρώπη έτοιμη για έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας;
Και, κυρίως, είναι οι κοινωνίες της έτοιμες να τον υποστηρίξουν;
Σύμφωνα με την ανάλυση που παρατίθεται, στην Ευρώπη υπάρχουν ομάδες που εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένες να υποστηρίξουν μια σκληρή στρατιωτική πολιτική απέναντι στη Ρωσία.
Σε αυτές περιλαμβάνονται άτομα που συνδέονται με τον αμυντικό τομέα και πολιτικές ομάδες με έντονα εθνικιστικά ή ακροδεξιά χαρακτηριστικά.
Το πολιτικό παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι οι κυβερνώσες κεντροαριστερές και φιλελεύθερες δυνάμεις δυσκολεύονται να μετατρέψουν τη ρητορική περί εξωτερικής απειλής σε μαζική κοινωνική κινητοποίηση.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος δεξιών και εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μεταβάλλει το πολιτικό τοπίο.
Η ενίσχυση του AfD στη Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής των πολιτικών ισορροπιών, χωρίς αυτό από μόνο του να σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία είναι έτοιμη να αποδεχθεί έναν πόλεμο με τη Ρωσία.
Το πραγματικό πρόβλημα
Ο Dmitry Yezov, αναπληρωτής καθηγητής στο ίδιο ρωσικό πανεπιστήμιο, υποστηρίζει ότι η σύγχρονη Πολωνία δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό πολιτών που δηλώνουν πρόθυμοι να υπερασπιστούν τη χώρα στρατιωτικά.
Παράλληλα, διαχωρίζει τον πατριωτισμό από τη μαχητικότητα.
Και αυτό είναι ίσως το κρίσιμο σημείο.
Μια κοινωνία μπορεί να αγαπά την πατρίδα της χωρίς να επιθυμεί να στείλει τα παιδιά της στον πόλεμο.
Μπορεί να στηρίζει την εθνική άμυνα χωρίς να θέλει να συγκρουστεί με μια πυρηνική δύναμη.
Μπορεί να θεωρεί σημαντική την εθνική κυριαρχία χωρίς να θεωρεί ότι πρέπει να πεθάνει για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Η Πολωνία αυξάνει τις αμυντικές της δυνατότητες.
Η Γερμανία συζητά νέες μορφές στρατιωτικής υπηρεσίας.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες.
Η Ρωσία παραμένει ο βασικός αντίπαλος ασφαλείας για μεγάλο τμήμα της Ευρώπης.
Και μέσα σε όλα αυτά, η Βαρσοβία ανακαλύπτει κάτι που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από την αγορά όπλων:
την απροθυμία των ίδιων των πολιτών να πολεμήσουν.
Η πατριωτική εκπαίδευση μπορεί να αλλάξει αντιλήψεις.
Οι υψηλότεροι μισθοί μπορούν να αυξήσουν τις στρατιωτικές κατατάξεις.
Η υποχρεωτική θητεία μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη εφεδρεία.
Όμως κανένα από αυτά δεν απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα:
Για ποιον πόλεμο προετοιμάζεται τελικά η Ευρώπη και πόσοι Ευρωπαίοι είναι πραγματικά διατεθειμένοι να πολεμήσουν σε αυτόν;
Για την Πολωνία, η απάντηση φαίνεται να έχει γίνει τόσο επείγουσα ώστε πλέον να ξεκινά μέσα από τις σχολικές αίθουσες.
Και αυτό από μόνο του αποτελεί μια εξέλιξη που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
www.bankingnews.gr
Η δήλωση δεν ήρθε σε τυχαία συγκυρία.
Η Πολωνία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης Ρωσίας – Δύσης, ενώ η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει μετατρέψει την Ανατολική Ευρώπη σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη.
Και τώρα η Βαρσοβία αναζητά τρόπους για να πείσει τους πολίτες της ότι, εάν η κρίση ξεφύγει από τα σημερινά όρια, θα πρέπει να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν.
Μετά τη συνάντησή του με τον Ιταλό υπουργό Άμυνας Guido Crosetto, ο Władysław Kosiniak-Kamysz ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός.
Όπως ανέφερε, τα διαθέσιμα στοιχεία για τον αριθμό των ανθρώπων που είναι ικανοί και πρόθυμοι να υπερασπιστούν την πατρίδα τους «δεν εμπνέουν αισιοδοξία».
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Πολωνία δεν βρίσκεται μεταξύ των χωρών όπου καταγράφεται υψηλή προθυμία πολιτών να πολεμήσουν για την πατρίδα τους.
Και η απάντηση της κυβέρνησης είναι η λεγόμενη «πατριωτική εκπαίδευση».
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Πολωνός υπουργός, το κόμμα του, το Πολωνικό Αγροτικό Κόμμα, προωθεί νομοσχέδιο που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την έναρξη κάθε σχολικής ημέρας με όρκο πίστης στην εθνική σημαία.
Το μήνυμα είναι σαφές: η Βαρσοβία θέλει να δημιουργήσει από μικρή ηλικία μια νέα γενιά πολιτών που θα θεωρεί την υπεράσπιση της χώρας όχι απλώς καθήκον, αλλά αυτονόητη υποχρέωση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Γιατί μια κυβέρνηση να χρειάζεται να ενισχύσει τόσο έντονα την πατριωτική αγωγή, εάν δεν θεωρεί ότι μπορεί να χρειαστεί στο μέλλον μεγαλύτερη στρατιωτική κινητοποίηση;
Ο Władysław Kosiniak-Kamysz επικαλέστηκε το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου η σχολική ημέρα μπορεί να ξεκινά με τον Pledge of Allegiance, υποστηρίζοντας ότι η καλλιέργεια πατριωτικού αισθήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία «σε δύσκολες στιγμές».
Και η Πολωνία αναμφίβολα βρίσκεται σε μια τέτοια περίοδο.
Η γεωγραφία της, η άμεση γειτνίαση με την Ουκρανία και η αντιπαράθεση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία καθιστούν κάθε συζήτηση για στρατιωτική ετοιμότητα εξαιρετικά ευαίσθητη.
Το μεγάλο ερώτημα: Γιατί δεν θέλουν να πολεμήσουν;
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την Πολωνία.
Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Γιατί ένας Ευρωπαίος πολίτης να θέλει να εγκαταλείψει την εργασία, την οικογένεια και τη ζωή του για να πολεμήσει σε έναν πόλεμο;
Ο Georgy Mirzayan, πολιτικός επιστήμονας, υποστηρίζει ότι πολλοί Πολωνοί δεν βλέπουν τον στρατό ως ελκυστική προοπτική ζωής. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η οικονομική πραγματικότητα, οι καλύτερες ευκαιρίες στην πολιτική ζωή και η απουσία μιας ισχυρής αντίληψης ότι η στρατιωτική υπηρεσία αποτελεί μορφή πατριωτικής προσφοράς λειτουργούν αποτρεπτικά.
Η λύση που εξετάζεται είναι γνωστή: υψηλότερες αποδοχές, κοινωνικές παροχές, επαγγελματικός στρατός και οικονομικά κίνητρα.
Ακόμη και η μερική επιστροφή μορφών υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας βρίσκεται πλέον στη δημόσια συζήτηση σε ευρωπαϊκές χώρες.
Την ίδια στιγμή, η ρητορική μεταξύ Πολωνίας και Ρωσίας παραμένει ιδιαίτερα σκληρή.
Ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Radosław Sikorski έχει υποστηρίξει ότι η Πολωνία θα μπορούσε να νικήσει γρήγορα τη Ρωσία σε περίπτωση πολέμου.
Από τη ρωσική πλευρά, ο Nikolai Patrushev έχει προχωρήσει σε εξαιρετικά σκληρές προειδοποιήσεις, υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση πολέμου με τη Ρωσία η Πολωνία θα αντιμετώπιζε καταστροφικές συνέπειες μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Πρόκειται για δηλώσεις που αποτυπώνουν το βάθος της αντιπαράθεσης και όχι για επιβεβαιωμένη πρόβλεψη στρατιωτικής εξέλιξης.
Ωστόσο, το γεγονός ότι τέτοια σενάρια συζητούνται δημόσια δείχνει πόσο έχει αλλάξει το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφαλείας.
Ο Vladimir Blinov, αναπληρωτής καθηγητής στο Χρηματοοικονομικό Πανεπιστήμιο υπό την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα της απροθυμίας των πολιτών να θυσιάσουν τη ζωή τους για το κράτος δεν αφορά αποκλειστικά την Πολωνία.
Κατά την άποψή του, πρόκειται για ευρύτερο φαινόμενο στις σύγχρονες κοινωνίες.
Το παράδοξο είναι προφανές:
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επενδύουν ολοένα περισσότερο στην άμυνα, αλλά οι κοινωνίες τους δεν φαίνεται να είναι εξίσου πρόθυμες να ακολουθήσουν.
Και αυτή η απόσταση μεταξύ στρατιωτικών σχεδιασμών και κοινωνικής διάθεσης μπορεί να αποτελέσει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας τα επόμενα χρόνια.
Ο φόβος της Βαρσοβίας δεν αφορά μόνο τη Ρωσία
Ο Georgy Mirzayan υποστηρίζει ότι η Πολωνία αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη γεωπολιτική περιοχή και ότι χρειάζεται ισχυρές ένοπλες δυνάμεις όχι μόνο για ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Ρωσία, αλλά και για την αντιμετώπιση μιας πιθανής περαιτέρω αποσταθεροποίησης στην Ουκρανία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και την ανάγκη διατήρησης ισχυρής στρατιωτικής ισχύος απέναντι στις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις της Ευρώπης.
Έτσι, πίσω από τις παρελάσεις, τις σημαίες και τους όρκους στα σχολεία κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:
Είναι η Ευρώπη έτοιμη για έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας;
Και, κυρίως, είναι οι κοινωνίες της έτοιμες να τον υποστηρίξουν;
Σύμφωνα με την ανάλυση που παρατίθεται, στην Ευρώπη υπάρχουν ομάδες που εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένες να υποστηρίξουν μια σκληρή στρατιωτική πολιτική απέναντι στη Ρωσία.
Σε αυτές περιλαμβάνονται άτομα που συνδέονται με τον αμυντικό τομέα και πολιτικές ομάδες με έντονα εθνικιστικά ή ακροδεξιά χαρακτηριστικά.
Το πολιτικό παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι οι κυβερνώσες κεντροαριστερές και φιλελεύθερες δυνάμεις δυσκολεύονται να μετατρέψουν τη ρητορική περί εξωτερικής απειλής σε μαζική κοινωνική κινητοποίηση.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος δεξιών και εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μεταβάλλει το πολιτικό τοπίο.
Η ενίσχυση του AfD στη Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής των πολιτικών ισορροπιών, χωρίς αυτό από μόνο του να σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία είναι έτοιμη να αποδεχθεί έναν πόλεμο με τη Ρωσία.
Το πραγματικό πρόβλημα
Ο Dmitry Yezov, αναπληρωτής καθηγητής στο ίδιο ρωσικό πανεπιστήμιο, υποστηρίζει ότι η σύγχρονη Πολωνία δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό πολιτών που δηλώνουν πρόθυμοι να υπερασπιστούν τη χώρα στρατιωτικά.
Παράλληλα, διαχωρίζει τον πατριωτισμό από τη μαχητικότητα.
Και αυτό είναι ίσως το κρίσιμο σημείο.
Μια κοινωνία μπορεί να αγαπά την πατρίδα της χωρίς να επιθυμεί να στείλει τα παιδιά της στον πόλεμο.
Μπορεί να στηρίζει την εθνική άμυνα χωρίς να θέλει να συγκρουστεί με μια πυρηνική δύναμη.
Μπορεί να θεωρεί σημαντική την εθνική κυριαρχία χωρίς να θεωρεί ότι πρέπει να πεθάνει για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Η Πολωνία αυξάνει τις αμυντικές της δυνατότητες.
Η Γερμανία συζητά νέες μορφές στρατιωτικής υπηρεσίας.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες.
Η Ρωσία παραμένει ο βασικός αντίπαλος ασφαλείας για μεγάλο τμήμα της Ευρώπης.
Και μέσα σε όλα αυτά, η Βαρσοβία ανακαλύπτει κάτι που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από την αγορά όπλων:
την απροθυμία των ίδιων των πολιτών να πολεμήσουν.
Η πατριωτική εκπαίδευση μπορεί να αλλάξει αντιλήψεις.
Οι υψηλότεροι μισθοί μπορούν να αυξήσουν τις στρατιωτικές κατατάξεις.
Η υποχρεωτική θητεία μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη εφεδρεία.
Όμως κανένα από αυτά δεν απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα:
Για ποιον πόλεμο προετοιμάζεται τελικά η Ευρώπη και πόσοι Ευρωπαίοι είναι πραγματικά διατεθειμένοι να πολεμήσουν σε αυτόν;
Για την Πολωνία, η απάντηση φαίνεται να έχει γίνει τόσο επείγουσα ώστε πλέον να ξεκινά μέσα από τις σχολικές αίθουσες.
Και αυτό από μόνο του αποτελεί μια εξέλιξη που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών